Ensayo

Solo disponible en BuenasTareas
  • Páginas : 4 (807 palabras )
  • Descarga(s) : 0
  • Publicado : 22 de marzo de 2011
Leer documento completo
Vista previa del texto
[pic]

Ελ ενσαψο χονσιστε εν λα ιντερπρεταχι⌠ν δε υν τεμα (ηυμαν⎨στιχο, φιλοσ⌠φιχο, πολ⎨τιχο, σοχιαλ, χυλτυραλ, δεπορτιϖο, ετχ.) σιν θυε σεα νεχεσαριο υσαρ υν απαρατο δοχυμενταλ, δε μανερα λιβρε,ασιστεμ〈τιχο ψ χον ϖολυνταδ δε εστιλο. Σε τρατα δε υν αχτο δε ηαβλα περλοχυτιϖο.
Σ⌠λο εν λα edad contemporánea ηα λλεγαδο α αλχανζαρ υνα ποσιχι⌠ν χεντραλ. Εν λα αχτυαλιδαδ εστ〈 δεφινιδο χομο géneroliterario, δεβιδο αλ λενγυαϕε μυχηασ ϖεχεσ πο⎡τιχο ψ χυιδαδο θυε υσαν λοσ αυτορεσ, περο εν ρεαλιδαδ, ελ ενσαψο νο σιεμπρε ποδρ〈 χλασιφιχαρσε χομο ταλ. Εν οχασιονεσ σε ρεδυχε α υνα σεριε δε divagaciones,λα μαψορ⎨α δε λασ ϖεχεσ δε ασπεχτο χρ⎨τιχο, εν λασ χυαλεσ ελ αυτορ εξπρεσα συσ ρεφλεξιονεσ αχερχα δε υν τεμα δετερμιναδο ο, ινχλυσο, σιν τεμα αλγυνο.
Ortega y Gasset λο δεφινι⌠ χομο ↔λα χιενχια σιν λαπρυεβα εξπλ⎨χιτα≈. Alfonso Reyes, πορ οτρα παρτε, αφιρμ⌠ θυε ↔ελ ενσαψο εσ λα λιτερατυρα εν συ φυνχι⌠ν ανχιλαρ≈ (εσ δεχιρ, χομο εσχλαϖα ο συβαλτερνα δε αλγο συπεριορ), ψ ταμβι⎡ν λο δεφινι⌠ χομο ↔ελΧενταυρο δε λοσ γ⎡νεροσ≈. Ελ χρ⎨τιχο Eduardo Gómez de Baquero (μ〈σ χονοχιδο χομο Andrenio) αφιρμ⌠ εν 1917 θυε ↔ελ ενσαψο εστ〈 εν λα φροντερα δε δοσ ρεινοσ: ελ δε λα διδ〈χτιχα ψ ελ δε λα ποεσ⎨α ψ ηαχε εξχυρσιονεσδελ υνο αλ οτρο≈. Eugenio D'Ors λο δεφινι⌠ χομο λα ↔ποετιζαχι⌠ν δελ σαβερ≈. Συ οριγεν σε ενχυεντρα εν ελ género epidíctico δε λα αντιγυα oratoria γρεχορρομανα, ψ ψα Menandro el Rétor, αλυδιενδο αλμισμο βαϕο ελ νομβρε δε ↔χηαρλα≈, εξπυσο αλγυνασ δε συσ χαραχτερ⎨στιχασ εν συσ Δισχυρσοσ σοβρε ελ γ⎡νερο επιδ⎨χτιχο:
• Τεμα λιβρε (ελογιο, ϖιτυπεριο, εξηορταχι⌠ν).
• Εστιλο σενχιλλο, νατυραλ,αμιστοσο.
• Συβϕετιϖιδαδ (λα χηαρλα εσ περσοναλ ψ εξπρεσα εσταδοσ δε 〈νιμο).
• Σε μεζχλαν ελεμεντοσ (χιτασ, προϖερβιοσ, αν⎡χδοτασ, ρεχυερδοσ περσοναλεσ).
• Σιν ορδεν πρεεσταβλεχιδο (σεδιϖαγα), εσ ασιστεμ〈τιχο.
• Εξτενσι⌠ν ϖαριαβλε.
• ςα διριγιδο α υν π⎥βλιχο αμπλιο.
• Χονχιενχια αρτ⎨στιχα.
• Λιβερταδ τεμ〈τιχα ψ δε χονστρυχχι⌠ν.
Ελ ενσαψο, α...
tracking img